εγκονώ


εγκονώ
ἐγκονῶ (-έω) (AM)
είμαι γρήγορος, σπεύδω, ενεργώ με βιασύνη.
[ΕΤΥΜΟΛ. Θαμιστικό επιτατικό μεταρρηματικό παράγωγο με ετεροιωμένη βαθμίδα ρίζας που συνδέεται μορφολογικά με το λατ. cōnor «προσπαθώ», όπως πιθ. το επικ. ποτέομαι με το πωτώμαι (-άομαι). Είναι όμως εξίσου πιθανόν να πρόκειται για μετανοματικό παράγωγο (< *εγ-κόνος), την ύπαρξη τού οποίου πιστοποιεί το θηλ. εγκονίς «υπηρέτρια» (< ρίζα *ken»μοχθώ, κοπιάζω, επιδιώκω με ζήλο», στην οποία ανάγεται και το cōnor (βλ. και διάκονος)].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἐγκονῶ — ἐγκονέω to be quick and active pres subj act 1st sg (attic epic doric) ἐγκονέω to be quick and active pres ind act 1st sg (attic epic doric) ἐγκονέω to be quick and active pres subj act 1st sg (attic epic doric) ἐγκονέω to be quick and active… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κατεγκονώ — κατεγκονῶ, έω (Α) (κατά τον Ησύχ.) επείγομαι, βιάζομαι. [ΕΤΥΜΟΛ. < κατ(α) * + ἐγκονῶ «επείγομαι»] …   Dictionary of Greek

  • κοναρός — κοναρός, ά, όν (Α) (κατά τον Ησύχ.) 1. καλοθρεμμένος, ευτραφής 2. δραστήριος, ενεργητικός. [ΕΤΥΜΟΛ. Αβέβαιης ετυμολ. Η λ. με τη σημ. «δραστήριος, ενεργητικός» συνδέεται πιθ. με το ρ. ἐγκονῶ «είμαι γρήγορος, σπεύδω»] …   Dictionary of Greek


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.